Login    Register

Περί γλώσσης, ετυμολογικώς και σημασιολογικώς.

Ελληνικός πολιτισμός
& Ελληνική γλώσσα
  • Author
    Message

Περί γλώσσης, ετυμολογικώς και σημασιολογικώς.

Postby Aiolos » Tue Jun 19, 2007 12:45 am

Κατ' αρχάς, προτού μπω εις το κυρίως θέμα, ορθόν είναι να ετυμολογήσω και την λέξι "ετυμολογία". Έχουν ετυμολογηθεί πολλάκις διάφορες λέξεις αλλά η λέξις "ετυμολογία", ουδέποτε.
Αυτό είναι εξ άλλου εκείνο, στο οποίο ανταποκρίνεται και η έννοια της λέξεως "έτυμος" (από την οποία παράγονται οι όροι "ετυμολογία", "ετυμολογικό"), που πάει να πη: αληθινός, πραγματικός.
Ας ασχοληθούμε λοιπόν με το έτυμο των λέξεων.

1. ΜΙΑ ΑΔΙΑΜΦΙΣΒΗΤΗΤΗ ΣΥΓΓΕΝΙΚΗ ΣΧΕΣΙΣ: ΜΕΤΟΠΗ, ΕΥΡΩΠΗ, ΚΥΚΛΩΨ, ΜΥΩΠΙΑ.
ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΣΕΩΣ ΑΠΌ... ΤΗΝ ΚΑΛΛΙΟΠΗ.

Διαβάζουμε από τα "Έργα και Ημέραι" του Ησιόδου τους στίχους 168-201, όπου ο ποιητής αναφέρει την μυθολογική εκδοχή της γενέσεως του "σιδηρού γένους" των ανθρώπων, του πέμπτου κατά σειράν της δημιουργίας. Σ' αυτό εντάσσει και τους ανθρώπους της εποχής του. Και προφανώς σ' αυτό ανήκουμε κι εμείς, καθώς αποτελούμε μιαν αδιάσπαστη έκτοτε συνέχεια της γενιάς εκείνης.
Αφού απολαύσουμε την γλαφυρή Ησιόδεια αφήγησι από το πρωτότυπο, αλλά περισσότερο από την πιο ευκολονόητη μετάφρασι, στεκόμαστε σε ωρισμένες λέξεις του κειμένου, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο επιβιώνουν ως σήμερα, κι ας φαίνονται εκ πρώτης όψεως ίσως και ακατανόητες.
Μία από τις λέξεις αυτές εντοπίζεται στον στίχο 168: "Πέμπτον δ' αυτίς ετ' άλλο γένος θήκ' ευρύοπα Ζεύς" (κι άλλο ένα γένος ξανάπλασε ο παντεπόπτης Χεύς, το πέμπτο στη σειρά).
Η λέξις που απομονώνεται είναι το "ευρύοπα", που την αποδώσαμε ως "παντεπόπτης". Ακουλουθεί η αιτιολόγησις της μεταφράσεώς της: ο ευρύοπας (ή ο ευρύοψ) είναι λέξις σύνθετη - ευρύς + όψ. Η πρώτη από τις δύο αυτές λέξεις είναι ευνόητη, γι' αυτό και εστιάζουμε την προσοχή μας στην δεύτερη:
η όψ - της οπός= η όψις, η όρασις, ο οφθαλμός. Προχωρώντας σε μια βαθύτερη διερεύνησι, αρχίζουμε από την ρίζα της λέξεως που είναι όπ-, από την οποία παράγονται επίσης: όπ-ω-π-α, όψομαι (όπ-σ-ομαι), όμμα (όπ-μα), όψις (όπ-σις), οφθαλμός (οπ-θάλαμος), οπή (τρύπα στην οροφή ως καπνοδόχη, άνοιγμα που επιτρέπει δηλαδή την όραση, και στη συνέχεια κάθε τρύπα).
Από τα βασικά αυτά παράγωγα της ρίζας -οπ διαπιστώνουμε ότι διασώζονται ήδη αυτουσίως οι λέξεις: όψις, οφθαλμός, οπή, και αλλοιωμένη η λέξις όμμα>ομμάτιον>μάτι.
Επιστρέφουμε τώρα στην λέξι "ευρύοπα", που σημαίνει εκείνον που έχει ευρείς οφθαλμούς, με τους οποίους εποπτεύει τα πάντα, ο παντεπόπτης.
Στην συνέχεια όμως οι συνειρμοί ανακαλούν στην μνήμη μας ένα πλήθος λέξεων καθημερινής χρήσεως, όπως: ύποπτος - υποψία - καχύποπτος // σύνοψις-ευσύνοπτος-αυτ-όπτης - αυτοψία - νεκροψία // κατοπτεύω - κατόπτευσις // επ-οπτεύω - εποπ-τεία - επ-όπτης - κάτ-οψις - κάτ-οπτρον.
Η λέξις οπή μάς παραπέμπει ευθέως στην "μετόπη" των ναών, που είναι μεταξύ των οπών διάστημα που αφήνουν οι δοκοί της στέγης, το οποίο αργότερα καλύφθηκε με ανάγλυφες πλάκες, ενώ για την απόκρυψι του άκρου των δοκών ετοποθετούντο τρίγλυφες πλάκες, αλλά στο μεταξύ δύο οπών (οφθαλμών) πεδίον. Η δεύτερη αυτή λέξις όμως προέρχεται από μιάν άλλην λέξι της ρίζας -οπ:
η ώψ, της ωπός, όπου έκτασις της οπ- σε ωπ-.
την λέξι αυτή τη συναντούμε λ.χ. στον στίχο 158 του Γ της Ιλιάδος, όπου ο Όμηρος, μιλώντας για την ομορφιά της Ελένη, λέγει: "αινώς αθανάτοισοι θεής εις ώπα έοικεν"
τον στίχο αυτό ο Θ. Γαζής τον αποδίδει ως εξής: "λίαν αθανάτοις θεαίς κατά την πρόσοψιν (εμφάνισιν) ομοία εστίν".
Από την λέξι ωψ προέρχεται το άγνωστο ίσως σύνθετο ευρωπός (=ευρύς), αλλά και η γνωστότατη σ' εμάς στενωπός (το στενό πέρασμα), καθώς και: πρόσωπον, ενώπιον κ.λ.π.
Ύστερα από όλα αυτά ανοίγει ο δρόμος και προς την... Ευρώπη, που σημαίνει "μεγαλομάτα", ως στοιχείο ομορφιάς, και που ετυμολογικά δεν είναι παρά το θηλυκό του "ευρύοπα", που είδαμε στην αρχή.
Στο νου μας τώρα έρχεται ο Κύκλωψ (κύκλος+ωψ)= αυτός που έχει στρογγυλόν οφθαλμόν.
Κι αυτός με την σειρά του μας θυμίζει την Ν.Ε. (Νεοελληνική) λέξι [πρέσβυς (=γέροντας) + ωψ (=οφθαλμός, όρασις)] = αυτός που πάσχει από πρεσβυωπία, δηλ. από αδυναμία να διακρίνη καθαρά τα πλησίον αντικείμενα, πράγμα σύνηθες στους γέροντες, αλλά και την Α.Ε. (αρχαιοελληνική) μύωψ (αυτός που συστέλλει τα βλέφαρα για να δη).

Η τελευταία όμως αυτή λέξις ανοίγει ένα νέο κεφάλιο έρευνας, γιατί στο γνωστό μας ωψ έχει προταχθή ένα καινούργιο πρώτο συνθετικό. Πρόκειται για το ρήμα:
μύω, που σημαίνει κλείνω τα μάτια μου και που μας δίνει μεταξύ άλλων και την Ν.Ε... μύγα, διότι αυτή προέρχεται από παραφθορά της λέξεως μυία, η έχουσα κλειστά τα μάτια(;) Στο σημείο αυτό θυμίζουμε το παιδικό παιγνίδι "τυφλόμυγα", που παίζεται με κλειστά τα μάτια, και που οι αρχαίοι το ωνόμαζαν "χαλκή μυία".
Αλλά η σημασία του "μυώ" = κλείνω τα μάτια, είναι επιγέννημα. Διότι η αρχική ρίζα του ΜΥ- παριστάνει ήχον που γίνεται με κλειστά τα χείλη. Απόδειξι είναι το ότι από την ρίχα αυτή προέρχεται κατ' ευθείαν το μυκάομαι, προκειμένου για τα βόδια, που με κλεισμένα τα χείλη κάνουν μου, από όπου και το Ν.Ε. μουγκρίζω. Από εδώ πιθανολογείται και κάποια άλλη σημασία της λέξως μυία=αυτή που κάμνει ένα είδος μου, που μουρμουρίζει, που βουΐζει.
Οι εκπλήξεις συνεχίζονται, καθώς διαπιστώνεται ότι από το μύω(=κλείνω τα χείλη) παράγεται μια άλλη σειρά λέξεων, όπως το ελάχιστα γνωστό μύζω(=πίνω με κλεισμένα τα χείλη, ρουφώ, βυζαίνω), που το συναντούμε μεταξύ άλλων και στον Ξενοφώντα (Αναβ. 4,5,27):
"τους καλάμους λαβόντα εις το στόμα μύζειν" που μας θυμίζει τα σημερινά καλαμάκια αναψυκτικών! Γνωστότερες ασφαλώς είναι οι παραλλαγές του μύζω: μυζάω, μυζέω και ιδίως το σύνθετο απομυζώ.
Άλλο, τέλος, παράγωγο του μύω είναι το μυέω (=εισάγω εις τα μυστήρια, κατηχώ, διδάσκω, αλλά μουρμουριστά, κρυφά). Και από αυτό προέρχεται: μύησις, μύστης, μυστήριον.

Προτού όμως τερματίσουμε την έρευνα αυτή, επιστρέφουμε στην λέξι οψ, οπός (η), για να προσθέσουμε ότι σημαίνει όχι μόνον όρασις, οφθαλμός κ.τ.λ. αλλά και: φωνή, είτε σε ομιλία ("ξυνέηκε θεάς όπα φωνησάσης": γνώρισε την φωνή της θεάς καθώς αυτή μίλησε, Ιλ. Β, 182) είτε σε τραγούδι ("Κίρκης αειδούσης οπί καλή": καθώς η Κίρκη τραγουδούσε με όμορφη φωνή, Οδ. κ, 221).
Γι' αυτό και μία από τις εννές Μούσες, που διακρινόταν για την όμορφη φωνή της, ωνομάσθηκε Καλλι-όπη, ως έχουσα "καλήν όπα" (και όχι η έχουσα όμορφο πρόσωπο, και να νομίση, στηριζόμενος αποκλειστικά και μόνο στα όσα ελέχθησαν ανωτέρω). Πράγματι, η Καλλιόπη εθεωρείτο προστάτρια των προϊόντων της ανθρώπινης φωνής, όπως η ρητορική τέχνη και, προ παντός, η επική ποίησις. Γι' αυτό και η λέξις οψ (=φωνή) διαφοροποιείται από την ομόηχή της οψ(=όρασις) όχι μόνον σημασιολογικά, αλλά και ετυμολογικά, διότι παράγεται από την ρίζα επ- (από όπου έπος=λόγος), που μεταβάλλεται ποιοτικά σε οπ-.

Μια περιπέτεια στον απέραντο κόσμο των λέξεων τελιώνει εδώ. Και να σκεφθή κανείς ότι σταθήκαμε σε έναν μόνο στίχο και σε μία μόνον λέξι αυτού!
Πιστεύουμε όμως ότι τα αποτελέσματα της περιπλανήσεως αυτής ήταν σημαντικά τόσο από πλευράς ποιότητας (βάθος), όσο και ποσότητας (πλάτος), ώστε να διευκολύνεται η δυνατότητα "εκλογής των λέξεων", που είναι το πρώτον (από τα δύο) ζητούμενον για την ακριβή και ωραία διαπίστωσι. Το δεύτερο είναι η σωστή τοποθέτησις των λέξεων. Επί πλέον νομίζουμε ότι δόθηκε με εποπτικό τρόπο ένα παράδειγμα για το ενιαίο της ελληνικής γλώσσας από την αρχαιότητα ως σήμερα.

Ελληνική Αγωγή, Ετυμολογικές και Σημασιολογικές ανιχνεύσεις. Απ. Μ. Τζαφερόπουλου, των εκδόσεων Γεωργιάδης, Αθήναι 2000.


Αποδεικνύεται συνεχώς και σταθερώς ότι η αρχαία γλώσσα μας είναι πάμπλουτη, όμορφη, μελωδική και πρωτίστως, ζώσα γλώσσα!
Αναμένατε συνέχεια...
Image
"Ακολουθούν την πιο σωστή πολιτική όσοι απέναντι των ίσων δεν υποχωρούν, απέναντι των ισχυροτέρων συμπεριφέρονται με φρόνηση και απέναντι των κατωτέρων είναι μετριοπαθείς" - Θουκυδίδης
Aiolos
Aνενεργός χρήστης

User avatar
 
Posts: 1370
Joined: Wed Apr 18, 2007 2:22 am
Location: Μακεδονία - Ελλάς
Gender: Male

Re: Περί γλώσσης, ετυμολογικώς και σημασιολογικώς.

Postby ArELa » Tue Jun 19, 2007 1:23 am

Πολύτιμη η συμβολή σου εδώ Παναγιώτη.
Εμπλούτισες αυτή τη γωνιά μας θαυμάσια. :worship:
ArELa
Founder-Administrator
Founder-Administrator

User avatar
 
Posts: 35983
Joined: Sun Apr 15, 2007 1:29 am
Irc nick: ArELa
Gender: Female

Re: Περί γλώσσης, ετυμολογικώς και σημασιολογικώς.

Postby TEUTAMOS » Tue Jun 19, 2007 5:08 pm

Να σαι καλα, Πανο, που εσταθης ρηξικελευθος (ρηγνυμι=σπαω, ανοιγω + κελευθος=δρομος)στο πολυ σημαντικο κεφαλαιο της ετυμολογιας, που δεν ειναι απλα ετυμολογια (το "ετυμον" (ετεος=αληθινος, γνησιος, οπως ειπες), αλλα ειναι σοφια ("αρχη σοφιας η των ονοματων επισκεψις"). Αξιολογη φιλολογος η κ.Αννα Τζιροπουλου - Ευσταθιου, παρολο που δεν συμφωνω παντα με οσα λεγει. Καλη ,λοιπον ,αρχη σ'αυτην την ενοτητα. Ειθε να εγκαινιασθει απο πολλους χρηστες, γιατι ειναι τωι οντι πολυ σημαντικον να ασχολειται κανεις με την ετυμολογια, καθώς ασχολειται με την ιδια την σοφια, με τον πολιτισμο, με τα πραγματα.
ΕΛΛΗΝΩΝΠΡΟΜΑΧΟΥΝΤΕΣΑΘΗΝΑΙΟΙΜΑΡΑΘΩΝΙ
ΧΡΥΣΟΦΟΡΩΝΜΗΔΩΝΕΣΤΟΡΕΣΑΝΔΥΝΑΜΙΝ


...ΓΙΑ ΤΑ 2500 ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΥ ΕΠΕΡΑΣΑΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΑΧΗΝ ΤΟΥ ΜΑΡΑΘΩΝΟΣ
TEUTAMOS
Αρρωστος Ιδεογραφίτης
Αρρωστος Ιδεογραφίτης

User avatar
 
Posts: 1696
Joined: Sat Apr 21, 2007 8:35 pm

Next

Return to Αρχαίοι, Μεσαιωνικοί και Νεώτεροι Πολιτισμοί

Who is online

Users browsing this forum: Bing [Bot] and 2 guests